top of page


Personal exhibition at Astra gallery

Preface of the exhibition catalog:

                                                                                                                                                                                                                                                                                    January 2006 


Once in about three years arrives a time when I feel that I must take a distance from my work and carry it away from the studio. I need to look upon my work and criticize it separate from the familiar space, and to invite friends in order to listen to their opinions and observe their reactions.

After I completed the previous phase of my work which was worked out on computer and was digitally printed, I felt the strong need for substance. I sensed my touch weaker and my fingers searching for the contact with materials.

Substance, however, calls for surfaces to be filled, floors and walls to be soiled and besmeared, and I was left without a studio. When I was working with the computer my atelier was flooded and my painterly existence was homeless. This is when I was reminded of Hadjicyriakos-Ghikas, who in an interview had remarked that he preferred to work in his living room, and I determined to follow his example! I collected the substance to a framed canvas and chose oils to be the vehicle in order to limit my space. Had I worked with powders the living room would turn to biblical disaster landscape.

The Moyen Museum tapestries becharmed me when I saw them again after many years in Paris, and stood as inspiration for phase of my work. What interested me the most and wanted to focus upon, was the production methods, the process, the “handmade” of those works.

Thus, I started to stitch small parts of my canvas, based mainly on intuition. The controversies within us are sometimes unbelievable: Embroidery would revive boredom filled school moments until I laid the first stitch. Then the miracle occurred! I was reminded of the fairytale of “the Bird Embroiderer” in which the woman stitches so lively images of birds on her embroidery that they take to life and fly out of the window.

I retrieved the thread from the fairytale and I am still wandering in the labyrinth. Once in a while, through small gaps in the walls, I see mystical birds and I am fooled to believe that I found the way out.

And I am trying to render these very icons of escape, frame by frame…



                                                                                                                                                                                                                                                                                            Iανουάριος 2006


Κάθε τρία χρόνια περίπου, έρχεται η ώρα που αισθάνομαι ότι πρέπει να πάρω απόσταση από τα έργα μου, να τα βγάλω έξω από το εργαστήριο, να τα δω και να τα κρίνω μακριά από τον οικείο χώρο, να φωνάξω γνωστούς και φίλους, να ακούσω γνώμες, να παρατηρήσω αντιδράσεις.

Όταν τέλειωσα την προηγούμενη ενότητα της δουλειάς μου, με έργα σχεδιασμένα σε ηλεκτρονικό υπολογιστή και τυπωμένα ψηφιακά, ένιωσα έντονα την ανάγκη της ύλης. Θαρρείς και είχε ατονήσει η αίσθηση της αφής, τα δάχτυλά μου ζητούσαν να ακουμπήσουν υλικά.

Η ύλη όμως θέλει να γεμίσει επιφάνειες, να λερώσει τοίχους και δάπεδα κι εγώ είχα μείνει χωρίς εργαστήριο. Τον καιρό που δούλευα παρέα με τον υπολογιστή, το ατελιέ μου είχε πλημμυρίσει και είχα μείνει χωρίς χώρο για τα ζωγραφικά μου. Τότε θυμήθηκα τον Χατζηκυριάκο –Γκίκα, που σε μια συνέντευξη έλεγε ότι του έρεσε να δουλεύει στο σαλόνι του και είπα: γιατί όχι, θα κάνω κι εγώ το ίδιο! Συμμάζεψα την ύλη σε ένα τελάρο και διάλεξα σαν υλικό το λάδι, για να περιορίσω τις κινήσεις μου. Οι σκόνες μου θα τα έκαναν όλα γης μαδιάμ.

Αφορμή γι’ αυτή την δουλειά, ίσως να στάθηκαν οι ταπισερί του μουσείου Moyen Age, που με γοήτευσαν όταν τις ξαναείδα μετά από πολλά χρόνια στο Παρίσι, αυτό όμως που με ενδιέφερε περισσότερο και στο οποίο ήθελα να δώσω έμφαση ήταν η μέθοδος παραγωγής, η διαδικασία, το ‘χειροποίητον’.

Οπότε… άρχισα να κεντάω μικρά κομμάτια στα έργα μου, από διαίσθηση κυρίως. Είναι απίστευτες οι αντιφάσεις που κρύβονται καμιά φορά μέσα μας. Το κέντημα μου ξυπνούσε ανέκαθεν βαρετές μνήμες από το δημοτικό σχολείο, μόλις έβαλα όμως την πρώτη βελονιά, έγινε το θαύμα! Θυμήθηκα ένα παραμύθι, την «κεντήστρα των πουλιών», η οποία κεντάει τόσο ζωντανά τα πουλιά στο εργόχειρό της, που αποκτούν πραγματική ζωή και πετούν έξω από το παράθυρο.

Ξανάπιασα το μίτο του παραμυθιού, μα ακόμα δεν έχω βγει από το λαβύρινθο. Που και που, μέσα από κάτι μικρά ανοίγματα στους τοίχους, βλέπω τα μυστικά πουλιά, ξεγελιέμαι για λίγο και νομίζω πως έχω βρει την έξοδο.

Αυτές τις εικόνες διαφυγής, καρέ- καρέ, είναι που προσπαθώ να αποδώσω.  

bottom of page